επιφύομαι

επιφύομαι
нарастать на чём-л.

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "επιφύομαι" в других словарях:

  • επιφύομαι — (AM ἐπιφύω και παθ. ἐπιφύομαι) [φύω, ομαι] 1. παθ. (και μτφ.) φυτρώνω, εκβλαστάνω από κάτι ως σάρκωμα ή εξόγκωμα, ως έκφυση (α. «τὸ δὲ ἱππομανές... ἐπιφύεται μέν, ὥσπερ λέγεται, τοῑς πώλοις, αἱ δὲ ἵπποι περιλείχουσι και καθαίρουσιν ἀποτρώγουσαι… …   Dictionary of Greek

  • ἐπιφύομαι — ἐπιφύ̱ομαι , ἐπιφύω make to grow pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεπιφύομαι — (Α) 1. (κατά τον Ησύχ.) λυμαίνομαι μια χώρα 2. επιτίθεμαι, εφορμώ εναντίον κάποιου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐπιφύομαι «βλαστάνω επιτίθεμαι»] …   Dictionary of Greek

  • προσεπιφύομαι — Α [ἐπιφύομαι] 1. φυτρώνω πάνω σε κάτι άλλο 2. προσκολλώμαι σαν παράσιτο φυτό επάνω σε κάποιον ή σε κάτι άλλο …   Dictionary of Greek

  • συνεπιφύομαι — ΜΑ [ἐπιφύομαι] μσν. μτφ. επιτίθεμαι στους εχθρούς, ασκώ πίεση αρχ. είμαι προσκολλημένος σε κάτι μαζί με κάτι άλλο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»